Ἁγιολόγιον - Φεβρουάριος 14


Ὁ Ὅσιος Αὐξέντιος ὁ ἐν τῷ Ὄρει

Ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη (καταγόταν ἀπὸ τὴν Συρία), στὰ χρόνια του Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (440) καὶ εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ Σχολαρίου. Τὸν διέκρινε μεγάλη σωματικὴ δύναμη, εὐπρέπεια ἤθους, ἐπιείκεια, καθὼς καὶ ἄλλες ἀρετές. Ὅμως, ἡ φιλήσυχη διάθεσή του καὶ ὁ πόθος του νὰ καταγίνεται συστηματικότερα μὲ τὶς θρησκευτικὲς καὶ θεολογικὲς μελέτες, τὸν ἔφερε στὶς μοναχικὲς τάξεις. Ἄφησε, λοιπὸν τὴν βασίλισσα τῶν πόλεων καὶ ἀποσύρθηκε στὸ ἀντικρινὸ βουνὸ ἑνὸς μικροῦ νησιοῦ καὶ ἐκεῖ ἀσκήτευε. Ὁ Αὐξέντιος ἀπέκτησε τόση πολλὴ ἐκτίμηση ἀπὸ τὸν πλοῦτο καὶ τὴν ἀκρίβεια τῶν θεολογικῶν του γνώσεων καὶ τὴν μεγάλη του ἀρετή, ὥστε προσεκλήθη σὰν ἁπλὸς μοναχὸς τὸ 451 νὰ παραστεῖ στὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Χαλκηδόνα. Βέβαια ὁ Αὐξέντιος δὲν ἔμεινε στὴ θεωρία μόνο τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ ἦταν καὶ πιστὸς ἐφαρμοστὴς τῆς πίστεως. Διότι, «ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχει, νεκρά ἐστι καθ᾿ ἑαυτήν». Ἡ πίστη, δηλαδή, ἂν δὲν ἔχει καρπὸ ἔργα ἀρετῆς, εἶναι ὅλως διόλου ἀπὸ τὴν ῥίζα της νεκρή. Οἱ καθημερινοί, λοιπόν, ἐπισκέπτες του, ποὺ πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν πλούσιοι, τοῦ ἔφερναν ἄφθονα δῶρα καὶ τροφές. Ἐκεῖνος, ὅμως, κρατοῦσε τὰ ἀναγκαῖα. Τὰ ὑπόλοιπα τὰ μοίραζε στοὺς φτωχούς, ποὺ ἦταν τακτικοὶ «πελάτες» του. Διότι ἤξεραν ὅτι ἀπὸ τὸ στόμα του θὰ ἔπαιρναν τροφὴ ψυχῆς καὶ ἀπὸ τὰ χέρια του τροφὴ τοῦ σώματος. Μάλιστα, ὁ μεγάλος σεβασμὸς πρὸς τὸν ὅσιο ἔγινε αἰτία νὰ ἱδρυθεῖ γυναικεῖο μοναστήρι, στοὺς πρόποδες τοῦ βουνοῦ ποὺ ἀσκήτευε. Ὁ θάνατός του, σὲ μεγάλη ἡλικία, ἦταν γαλήνιος θάνατος δικαίου.


Ὁ Ὅσιος Μάρων

Εἶχε στήσει τὸ ἀσκητήριό του στὴν κορυφὴ ἑνὸς βουνοῦ τῆς ἐπαρχίας Ἀντιοχείας. Ἀλλ᾿ ἡ θερμὴ ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλησίον, τὸν ἔκανε νὰ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὸ ἀσκητήριό του καὶ νὰ περιοδεύει σὲ πόλεις καὶ χωριά, κηρύττοντας τὸ θεῖο λόγο. Ἐπίσης ἔδινε παρηγοριὰ καὶ συμβουλές, συμφιλίωνε καὶ συμβίβαζε, ἅρπαζε πολλοὺς ἀπὸ τὶς παγίδες τῆς πλεονεξίας, ἀπὸ τὸ καμίνι τοῦ θυμοῦ καὶ ἀπὸ τὸ βόρβορο τῆς ἀκολασίας. Καὶ ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὶς πόλεις, ἔρχονταν οἱ πόλεις πρὸς αὐτόν. Καὶ τότε στὸ ἐρημικὸ ἀσκητήριό του ἀκατάπαυστα ἔρχονταν πυκνὲς ὁμάδες ἀνθρώπων, ποὺ ζητοῦσαν γιατρειὰ στὶς διάφορες ἠθικὲς καὶ πνευματικὲς ἀσθένειές τους. Ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς μοναχούς, ὁ Ὅσιος, ἔδειχνε μεγάλο ἐνδιαφέρον. Τοὺς παρακαλοῦσε λοιπὸν καὶ τοὺς ἱκέτευε, νὰ μένουν πιστοὶ στὰ καθήκοντά τους, νὰ εἶναι ὑποδείγματα τῆς πίστης, ζηλευτοὶ τύποι τῆς ἐγκράτειας, φρουροὶ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ θεῖα κάτοπτρα τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς. Σὲ τέτοιες λοιπὸν ἀσχολίες, βρῆκε τὸν Μάρωνα ἡ ἀσθένεια, ποὺ τὸν διαβίβασε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο στὸν ἄλλο, μὲ ἥσυχη τὴν συνείδηση, ὅτι ἔζησε γιὰ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τοὺς συνανθρώπους του.


Ὁ Ἅγιος Φιλήμονας ἢ Φίλιππος, ἱερομάρτυρας ἐπίσκοπος Γάζας

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται μόνο στὸν Πατμιακὸ Κώδικα 266. (Ἄλλοι καταγράφουν τὰ δυὸ ὀνόματα σὰν δυὸ ξεχωριστοὺς ἐπισκόπους).


Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἀπὸ τὸ Ψάρι Κορινθίας

Ὁ νεομάρτυρας αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ψάρι τῆς Κορινθίας. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἰωάννης καὶ Καλή, καὶ οἱ δυὸ εὐσεβεῖς χριστιανοί. Δώδεκα χρονῶν ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἔφυγε γιὰ τὴν Σηλυβρία τῆς Θρᾴκης. Ἐκεῖ παντρεύτηκε, ἀπόκτησε παιδιὰ καὶ ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πλανόδιου παντοπώλη. Τοῦρκοι ὅμως συνάδελφοί του, τὸν ζήλεψαν καὶ τὸν συκοφάντησαν ὅτι δῆθεν ἔβρισε τὸν Μωάμεθ. Ἔτσι ὁδηγήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὸ 34ο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Σουλεϊμὰν Α´ (1520-1566), ὅπου ὁμολόγησε μὲ θάῤῥος τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ἀφοῦ δὲν ὑπέκυψε στὶς κολακεῖες καὶ τὰ βασανιστήρια τῶν Τούρκων, ῥίχτηκε στὴ φωτιὰ καὶ κατόπιν τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 14 Φεβρουαρίου 1554 στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀκολουθία τοῦ νεομάρτυρα αὐτοῦ συνέγραψε ὁ Ἱερομόναχος Δαμασκηνὸς ὁ Στουδίτης ὁ μετέπειτα Λιτῆς καὶ Ῥενδίνης.


Ὁ Ἅγιος Δαμιανὸς ὁ μοναχὸς

Πατρίδα τοῦ νέου ὁσιομάρτυρα Δαμιανοῦ ἦταν τὸ χωριὸ «Ρίχοβον Ἀγράφων», δηλαδὴ τὸ Μυρίχοβο τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσας. Νέος ἀκόμα πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ Φιλόθεου. Κατόπιν πῆγε κοντὰ σ᾿ ἕναν ἀναχωρητή, τὸν Δομέτιο, ὅπου ἔμεινε κοντά του, ἀσκούμενος στὴν ἀρετή, γιὰ τρία χρόνια. Ἔπειτα ἐγκατέλειψε τὴν σκήτη του καὶ ἦλθε στὰ χωριὰ τοῦ Θεσσαλικοῦ Ὀλύμπου καὶ μετὰ τοῦ Κισσάβου καὶ τῆς Λάρισας, διδάσκοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα ἀποσύρθηκε κοντὰ στὸ χωριὸ Σηλίτζιανη καὶ ἔκτισε μοναστήρι στὸ ὄνομα τῆς ἀποτομῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἔχοντας λοιπὸν σὰν ὁρμητήριο τὸ μοναστήρι του, ἐξακολουθοῦσε τὴν ἀποστολική του δράση. Κάποτε πῆγε σὲ κάποιο χωριό, ποὺ ὀνομαζόταν Βουγαρίνη καὶ συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1568. Ὁδηγήθηκε στὴ Λάρισα, ὅπου φυλακίστηκε μὲ διαταγὴ τοῦ Τούρκου ἄρχοντα τῆς πόλης αὐτῆς. Ἐκεῖ μέσα ὑπέστη πολλὰ καὶ σκληρὰ βασανιστήρια. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν ὑπέκυψε στὶς δελεαστικὲς ὑποσχέσεις τοῦ Τούρκου ἄρχοντα καὶ ἔμεινε σταθερὸς στὴ χριστιανική του πίστη, καταδικάστηκε σὲ θάνατο δι᾿ ἀγχόνης. Τὸ πρωί, ποὺ πῆγαν νὰ τὸν κρεμάσουν, κόπηκε τὸ σχοινὶ τῆς θηλειᾶς καὶ ἔτσι ὅπως ἦταν μισοπεθαμένος τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά. Τὴν δὲ στάκτη του μὲ μανία τὴν ἔριξαν στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ Πηνειοῦ. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν στὶς 14 Φεβρουαρίου 1568.


Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Παϊζάνος

Ἦταν ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη, ῥάφτης στὸ ἐπάγγελμα καὶ μαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ ἔμεινε σταθερὸς στὴ χριστιανική του πίστη, στὶς 14 Φεβρουαρίου 1693. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ὁ νεομάρτυρας αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Πλαγιὰ τῆς περιφερείας Πλωμαρίου.


Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Τραπεζούντιος

Ὁ νέος ὁσιομάρτυρας Νικόλαος καταγόταν ἀπὸ τὴν Τραπεζοῦντα τοῦ Πόντου, καὶ σὲ μικρὴ ἡλικία ἦλθε καὶ ἐγκαταστάθηκε μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς του σὲ κάποια μικρὴ κωμόπολη Κατίγογι λεγόμενη, τῆς ἐπαρχίας Ἀμασείας καὶ Ἀμισοῦ. Σὲ ἡλικία 18 χρονῶν μεταμφιέστηκε γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τ᾿ ἀδέλφια του, προκειμένου νὰ πάει σὲ μοναστήρι τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὁ μοναχικὸς πόθος τὸν ἔκαιγε ὑπερβολικά. Ἀλλὰ δὲν τὰ κατάφερε καὶ τ᾿ ἀδέλφια του τὸν πάντρεψαν μὲ τὴν βία. Ἡ γυναῖκα του ὅμως πέθανε καὶ τὸν ἄφησε ἔρημο μὲ δυὸ παιδιά, ποὺ τὸ ἕνα πέθανε κι αὐτό, ἐνῷ τὸ ἄλλο τὸ πῆρε ὑπὸ τὴν προστασία του κάποιος συγγενής του. Ἔτσι, μόνος τώρα, ἐργάστηκε πνευματικὰ σ᾿ αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε. Ἀπὸ τὴν πολλὴ μελέτη, ἔπαθαν ζημιὰ τὰ μάτια του καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ἔμαθε θαυματουργικὰ τὴν ἰατρικὴ τέχνη καὶ ὠφέλησε πολλοὺς πάσχοντες. Ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς καὶ ἀπέκτησε τὸ προορατικὸ χάρισμα. Ὁ δὲ ἐπίσκοπος Πάφρας Ἀμισοῦ Εὐθύμιος ὁ Ζήλων, διέκρινε τὶς μεγάλες ἀρετὲς τοῦ Νικολάου καὶ τὸν χειροτόνησε ἐπίσκοπο τῶν χωριῶν γύρω ἀπὸ τὴν ἐπαρχία του. Ὅταν τὸν ῥωτοῦσαν οἱ μαθητές του γιατί δὲν ἡσυχάζει καθόλου, αὐτὸς ἀπαντοῦσε: «Φοβᾶμαι, παιδιά μου, τὸν λόγο τοῦ Προφήτη, ἐπικατάρατος πᾶς ὁ ποιῶν τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου ἀμελῶς». Ποίμανε τὸ ποίμνιό του 4-5 χρόνια, ὥσπου τὸν συνέλαβαν οἱ Τοῦρκοι σὰν κακοῦργο. Οἱ εὐλαβεῖς χριστιανοὶ βρῆκαν τρόπο νὰ τὸν ἐλευθερώσουν, ἀλλ᾿ αὐτὸς ἀρνήθηκε. Διότι ἄγγελος Κυρίου τοῦ εἶπε νὰ βαδίσει μετὰ χαρᾶς στὸ μαρτύριο. Μετὰ δὲ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὶς 14-2-1920 σὲ ἡλικία 66 χρονῶν. Τὰ θαύματά του καὶ μετὰ τὸν θάνατό του εἶναι ἐπίσης πολλά.


Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος μάρτυρας, ὁ ἐν Ῥώμῃ


Οἱ Ἅγιοι Δύο Βαλεντίνοι, Ἱερομάρτυρες

Ἡ διάκριση αὐτῶν τῶν Ἁγίων δὲν εἶναι σαφής. Ὁ πρῶτος ἦταν κληρικὸς τῆς Ῥώμης καὶ μαρτύρησε κατὰ τοὺς διωγμοὺς τοῦ Κλαυδίου Β´. Ὁ δεύτερος ἦταν ἐπίσκοπος Τέρνι καὶ μαρτύρησε στὴ Ῥώμη. Τὰ δὲ λείψανά του ἀνακομίστηκαν στὴν Τέρνι. Στὴ Δύση, καθὼς καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους μὴ Ὀρθόδοξους λαούς, ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Βαλεντίνου θεωρεῖται ἑορτὴ τῶν ἐρωτευμένων, χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἰδιαίτερος λόγος ἀπὸ τὴν ζωὴ τῶν συγκεκριμένων ἁγίων. Πιθανότατα ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ συνδέεται ἡ μὲ τὴν ἐποχὴ ποὺ ζευγαρώνουν τὰ πουλιὰ ἢ καὶ μὲ τὴν γιορτὴ τῆς γονιμότητας ποὺ ἑορταζόταν ἀπὸ τοὺς Ῥωμαίους στὶς 15 Φεβρουαρίου (Λουπερκάλια).


Ἡ Ἁγία Βαλεντίνη, μάρτυς

Σὲ κάποιο ἁγιολόγιο ἀναφέρεται αὐτὴ τὴν μέρα καὶ ἡ μνήμη τῆς πιὸ πάνω ἁγίας. Πιθανότατα εἶναι ἀνύπαρκτη καὶ προφανῶς συγχέεται μὲ τὴν μνήμη τῶν πιὸ πάνω δυὸ Ἁγίων Βαλεντίνων.