Ἁγιολόγιον - Μάϊος 03


Οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Μαύρα

Ἡ κωμόπολη Παναπέα τῆς Αἰγύπτου ἦταν ἡ γενέτειρα τῶν δυὸ συζύγων, τοῦ Τιμοθέου καὶ τῆς Μαύρας. Ὁ Τιμόθεος, μὲ τὴν συγκατάθεση τῆς Μαύρας, ἔγινε ἱερέας καὶ ἐκτελοῦσε τὴν ἱερατική του διακονία μὲ θερμότατο ζῆλο. Αὐτό, ὅμως, προξένησε μεγάλη ἀνησυχία στοὺς εἰδωλολάτρες, καὶ τὸν κατήγγειλαν στὸν ἀδίστακτο εἰδωλολάτρη ἔπαρχο Ἀῤῥιανό. Αὐτὸς ἀπείλησε καὶ διέταξε τὸν Τιμόθεο νὰ κάψει δημόσια τὰ ἱερά του βιβλία. Ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ Τιμόθεος ἦταν ἀπάντηση πραγματικοῦ ἱερέα, μὲ αὐταπάρνηση. «Ἀδύνατο, εἶπε, εἶναι, ἔπαρχε, νὰ τὰ κάψω. Τὰ βιβλία αὐτὰ εἶναι γιὰ μένα τὰ ἱερὰ πνευματικά μου ὅπλα καὶ ἐφόδια. Καὶ καθὼς ὁ στρατιώτης στὴ μάχη δὲν παραδίδει τὰ ὅπλα του στὸν ἐχθρό, διότι ἀλλιῶς θεωρεῖται νικημένος, λιποτάκτης, ἔτσι καὶ ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὰ παραδώσω. Δίνω τὴν ζωή μου, ἀλλὰ τὰ ἱερά μου βιβλία δὲν τὰ παραδίδω. Κάνε ὅ,τι νομίζεις». Ἐξαγριωμένος ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ὁ Ἀῤῥιανὸς διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν ἀνελέητα. Πράγματι, μὲ τροχὸ τοῦ ἔσχισαν τὶς σάρκες καὶ τοῦ ἔσπασαν τὰ κόκαλα. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ἡ γυναῖκα του Μαύρα, μὲ πόνο στὴν καρδιά, ἀλλὰ καὶ εὐτυχία, τὸν συνάντησε, τοῦ ἔδωσε θάῤῥος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια ὁμολόγησε τὴν πίστη της, μπροστὰ στὸν ἀδίστακτο ἔπαρχο. Ὁπότε αὐτός, μανιασμένος, διέταξε καὶ τοὺς θανάτωσαν μὲ σταυρικὸ θάνατο. Ἔτσι, τὰ στεφάνια τοῦ γάμου τους μετατράπηκαν σὲ στεφάνια αἰώνιας δόξας.


Οἱ Ἅγιοι Διόδωρος καὶ Ῥοδοπιανὸς ὁ Διάκονος

Ἔζησαν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ (302) καὶ γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ ὑπέμειναν πολλὲς βρισιὲς καὶ μαστιγώσεις ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες τῆς πόλης Ἀφροδισίας της Καρίας (χώρα τῆς Μ. Ἀσίας, ποὺ καταλάμβανε τὴν νοτιοδυτικὴ γωνία της, ἀπέναντι τοῦ χώρου μεταξὺ τῶν νησιῶν Σάμου καὶ Ῥόδου). Τελικὰ λιθοβολήθηκαν ἀπὸ τοὺς ἴδιους καὶ ἔτσι παρέδωσαν τὴν ψυχή τους στὸν στεφανοδότη Θεό.


Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Θαυματουργός, Ἀρχιεπίσκοπος Ἄργους καὶ Ναυπλίου

Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 9ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου μ.Χ. αἰῶνα. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Κων/πολη, καὶ οἱ γονεῖς του, ἄνθρωποι εὐσεβεῖς, εἶχαν ἀσπασθεῖ τὸν μοναχικὸ βίο μαζὶ μὲ τὰ δυό τους παιδιὰ Παῦλο καὶ Διονύσιο. Ἀργότερα, τοὺς ἀκολούθησαν καὶ τὰ δυὸ μικρότερα, Πέτρος καὶ Πλάτων. Ὁ Πατριάρχης Νικόλαος ὁ Α´, ἐκτιμῶντας τὰ σπάνια πνευματικὰ χαρίσματα τοῦ Πέτρου, θέλησε νὰ τὸν κάνει ἐπίσκοπο Κορίνθου. Ὁ Πέτρος ἀρνήθηκε καὶ τότε ὁ Νικόλαος πρότεινε τὸν ἀδελφὸ αὐτοῦ Παῦλο, μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο κατέβηκε στὴν Κόρινθο καὶ ὁ Πέτρος, ὅπου καὶ ἡσύχαζε. Ἀλλ᾿ ὅταν πέθανε ὁ ἐπίσκοπος Ἄργους, οἱ Ἀργεῖοι καὶ οἱ Ναύπλιοι, ἦλθαν σ᾿ αὐτὸν - ποὺ ἡ φήμη τῆς πνευματικότητάς του εἶχε ἐξαπλωθεῖ σ᾿ ὅλη τὴν Πελοπόννησο - καὶ τὸν παρακάλεσαν θερμὰ ν᾿ ἀναλάβει τὴν ἐπισκοπή τους. Ὁ Πέτρος δέχτηκε μὲ πολλὴ βία. Ὅταν ὅμως ἀνέλαβε, ἔγινε ὑπόδειγμα τέλειου πνευματικοῦ ποιμένα. Φάνηκε προστάτης τῶν ὀρφανῶν καὶ χηρῶν, ἐλεήμων, δίνοντας μὲ ἁπλοχεριὰ ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα στοὺς φτωχοὺς καὶ πεινασμένους, ἐλευθέρωνε αἰχμαλώτους καὶ ἄλλα πολλά. Ἔζησε 70 χρόνια καὶ πέθανε εἰρηνικὰ μετὰ τὸ 920. Ἀξίζει ν᾿ ἀναφέρουμε, ὅτι ὁ ἅγιος Πέτρος ἔκανε πολλὰ θαύματα μετὰ τὸ θάνατό του, διὰ τοῦ μύρου ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸν τάφο του.


Οἱ Ἅγιοι εἰκοσιεπτὰ Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ πυρός.


Ὁ Ἅγιος Ἀχμὲτ ὁ Κάλφας

Ἦταν μωαμεθανὸς στὸ θρήσκευμα καὶ ὑπηρετοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη σὰν γραφέας τοῦ «δευτεράρη», ἐπικαλούμενος Πατσουρούνης. Στὸ σπίτι του εἶχε σὰν ὑπηρέτρια κάποια χριστιανὴ Ῥωσίδα, στὴν ὁποία ἐπέτρεπε νὰ τελεῖ ἐλεύθερα τὰ θρησκευτικά της καθήκοντα στοὺς ναούς. Ὁ ἴδιος βαπτίσθηκε κρυφὰ καὶ ἔγινε χριστιανός. Σὲ κάποια ἐπίσημη συζήτηση, ποὺ ἔγινε μὲ μορφωμένους μωαμεθανοὺς ἰσχυρίστηκε ὅτι ἡ μόνη ἀληθινὴ θρησκεία εἶναι ἡ Χριστιανικὴ καὶ ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Τότε καταγγέλθηκε στὶς τουρκικὲς ἀρχές, συνελήφθη καὶ ἀπαγχονίστηκε στὶς 3 Μαΐου 1682 στὸ Κεάτχανε Μπαξὲ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ μαρτύριό του συνέγραψε ὁ Ἰ. Καρυοφύλλης. Στὸ Μικρὸ Εὐχολόγιο, στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου καὶ στὸ Ἁγιολόγιο τοῦ Σ. Εὐστρατιάδη, ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἀναφέρεται τὴν 24η Δεκεμβρίου.


Ὁ Ἅγιος Οἰκουμένιος ὁ Θαυματουργός, ἐπίσκοπος Τρίκκης

Ὑπάρχει κάποια σύγχυση σχετικῶς μὲ τὰ βιογραφικά του στοιχεῖα. Τὰ σχετικῶς ἐπικρατέστερα εἶναι, ὅτι ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 10ου αἰῶνα (995 μ.Χ.). Μελέτησε ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναδείχτηκε ἄριστος ἑρμηνευτὴς τῶν ἁγίων Γραφῶν. Συγχρόνως συνέγραψε Ἑρμηνεῖες στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, στὶς 14 Ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου καὶ στὶς 7 Καθολικές. Ἔτσι ἀφοῦ ἐκτιμήθηκε ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του γιὰ τὸ ἄμεμπτο ἦθος του καὶ τὴν μεγάλη ἐξωτερική του μόρφωση προκρίθηκε γιὰ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Τρίκκης (στὴ Θεσσαλία), τὸν ὁποῖο ἐκόσμησε σὰν καλὸς Ποιμένας καὶ τοῦΑρχιποιμένα Χριστοῦ μαθητής, καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.


Ἀνακομιδὴ Λειψάνων Ὁσίου Λουκᾶ

Τοῦ ἐν τῷ Στειρίῳ τῆς Ἑλλάδος.


Ἡ Ἁγία Ξενία ἡ Μεγαλομάρτυς καὶ θαυματουργή

Γεννήθηκε στὴν Καλαμάτα τῆς Πελοποννήσου τὸ 291. Οἱ γονεῖς της ὀνομαζόταν Νικόλαος καὶ Δέσποινα, ἦταν εὐσεβεῖς χριστιανοὶ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ μέρη τῆς Ἰταλίας. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῶν συνεχῶν καὶ σκληρῶν διωγμῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν στὰ χρόνια ἐκεῖνα, κατέφυγαν στὴν Καλαμάτα καὶ ἐγκαταστάθηκαν σὲ κάποιο ἀγρόκτημα, ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, διότι ὁ πατέρας της ἦταν γεωργός. Ἀπὸ μικρὴ ἡ Ξενία στόλιζε τὴν ψυχή της μὲ νηστεῖες, ἐγκράτεια, σιωπή, τακτικὴ προσευχή, σεμνότητα ὁμιλίας, δάκρυα καὶ ἀγρυπνίες. Ἐπίσης βοηθοῦσε μὲ ὅλη της τὴν δύναμη τοὺς φτωχούς, τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Ὁ ἔπαρχος τῆς Καλαμάτας Δομετιανός, ὅταν κάποτε τὴν συνάντησε τυχαία, θαμπώθηκε ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της καὶ θέλησε νὰ τὴν κάνει γυναῖκα του. Ἀλλ᾿ ἡ Ξενία ἀρνήθηκε σθεναρὰ ν᾿ ἀλλάξει τὴν πίστη της καὶ νὰ γίνει γυναῖκα εἰδωλολάτρη ἄρχοντα. Τότε ὁ Δομετιανὸς τὴν βασάνισε μὲ τὸν πιὸ φρικτὸ τρόπο, καὶ ὅταν εἶδε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ ἀλλάξει τὸ φρόνημά της, τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισε στὶς 3 Μαΐου τοῦ ἔτους 318 μ.Χ. Μετὰ τὸν θάνατό της ἡ Ἁγία - μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ - ἐπετέλεσε πολλὰ θαύματα. (Ἡ Ἁγία αὐτὴ δὲν ἀναφέρεται στοὺς Συναξαριστές).


Ὁ Ἅγιος Παμβὸς «καθολικὸς Γεωργίας»

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται μόνο στὸ ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο σελ. 88 καὶ γιορτάζεται στὴ Γεωργία τῆς Ῥωσίας τὴν 3η Μαΐου.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ῥῶσος

Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Σπηλαίου καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ῥωσικῆς Κοινοβιακῆς ζωῆς (†1074).


Οἱ Ἅγιοι Ἀναστασία καὶ Χριστόδουλος Νεομάρτυρες

Οἱ ἐν Ἀχαΐᾳ (†1821).