Ἁγιολόγιον - Σεπτέμβριος 4


Ὁ Ἅγιος Βαβύλας Ἱερομάρτυρας, ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας καὶ τὰ τρία παιδιὰ ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μ᾿ αὐτὸν Ἀμμώνιος, Δονᾶτος καὶ Φαῦστος

Ὁ Ἅγιος Βαβύλας ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Νουμεριανοῦ (284 μ.Χ.) καὶ διαδέχθηκε τὸ Σεβίνο στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ἀντιοχείας. Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, ὁ Νουμεριανὸς σκότωσε ἀπάνθρωπα τὸ γιὸ τοῦ Βασιλιᾶ τῶν Περσῶν, ποὺ εἶχε στὰ χέρια του σὰν ἐνέχυρο γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς εἰρήνης μὲ τοὺς Πέρσες. Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ Βαβύλας, ἀποδοκίμασε τὴν ἐνέργεια τοῦ αὐτοκράτορα. Τότε ὁ Νουμεριανὸς θέλησε νὰ πλήξει τὸ Βαβύλα καὶ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερους χριστιανούς, κατὰ τὴν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας. Μόλις, λοιπόν, πληροφορήθηκε ὁ Βαβύλας ὅτι στὸ ναὸ εἰσέρχεται ὁ ἐγκληματίας αὐτοκράτορας μὲ ὅλη του τὴν συνοδεία, δὲ φοβήθηκε. Ἀμέσως ἦλθαν στὸ μυαλό του τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε». Ἀγωνίζεσθε σὰν ἄνδρες γενναῖοι. Πᾶρτε δύναμη καὶ θάρρος. Πράγματι, μὲ περίσσια τόλμη καὶ θάρρος, ὁ Βαβύλας στὴν εἴσοδο τῆς ἐκκλησίας ἅρπαξε ἀπὸ τὸ στῆθος τὸ Νουμεριανὸ καὶ τοῦ εἶπε νὰ βγεῖ ἔξω, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στὸ ναὸ σὲ αἱματοβαμμένους ἐγκληματίες. Ὁ αὐτοκράτορας ντροπιασμένος ἀπεχώρησε. Ἀλλὰ τὴν ἑπόμενη μέρα φυλάκισε τὸ Βαβύλα καὶ κατόπιν τὸν ἀποκεφάλισε. Ἔθαψαν τὸ σῶμα του μαζὶ μὲ τὰ δεσμά του, ὅπως ἦταν ἡ ἐπιθυμία του.

Μαζὶ μὲ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Βαβύλα, συνεορτάζεται καὶ ἡ μνήμη τῶν τριῶν παιδιῶν ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μ᾿ αὐτόν. Αὐτὰ ἦταν ἀδέλφια μεταξύ τους, νέοι στὴν ἡλικία ἀλλὰ βράχοι ἄθραυστοι στὴν πίστη. Τὰ τρία ἀδέλφια ὅταν πήγαιναν στὴ φυλακὴ τὸν δάσκαλό τους Ἅγιο Βαβύλα, μὲ θάρρος τοῦ συμπαραστέκονταν. Τότε συνελήφθησαν καὶ αὐτά. Μάταια προσπάθησε ὁ Νουμεριανὸς νὰ τὰ ἀλλαξοπιστήσει. Τελικὰ τὰ ἀποκεφάλισε καὶ ἔτσι πῆραν τὸ ἔνδοξο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.


Οἱ Ἅγιοι Κεγοῦρος, Σεκενδῖνος, Σέκενδος καὶ ἡ μητέρα τοὺς Ἱεροσαλήμ, οἱ ἐν Βεροίᾳ μάρτυρες


Ὁ Ἅγιος Βαβύλας διδάσκαλος στὴ Νικομήδεια καὶ οἱ 84 Μαθητές του

Ὁ ἅγιος αὐτὸς Βαβύλας εἶναι μεταγενέστερος τοῦ ἁγίου Βαβύλα ἐπισκόπου Ἀντιοχείας. Αὐτὸς δίδασκε στὴ Νικομήδεια τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ στοὺς νέους. Ὅταν ἐπισκέφθηκε τὴν Νικομήδεια ὁ Μαξιμιανὸς (286-305), καταγγέλθηκε ὅτι διδάσκει στοὺς νέους τὴν χριστιανικὴ πίστη. Συνελήφθη λοιπὸν μαζὶ μὲ 84 νεαροὺς μαθητές του καὶ ἀφοῦ ὑπέστη σκληρὰ βασανιστήρια, γέροντας πλέον, μαζὶ μὲ τοὺς 84 μαθητές του ἀποκεφαλίστηκε.


Ὁ Προφήτης καὶ Θεόπτης Μωϋσῆς

Ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἡγετικὲς προσωπικότητες ὅλων ὅσων ἀναδείχτηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο, στὴ μακραίωνη Ἱστορία τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ. Ὁ θεόπτης Μωϋσῆς ὑπολογίζεται ὅτι γεννήθηκε τὸ 1569 π.Χ. στὴν Αἴγυπτο. Ὁ πατέρας του ἦταν Ἑβραῖος, ὀνομαζόταν Ἄβραμ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Λευὶ καὶ ἡ μητέρα του Ἰωχαβέδ. Ὅταν λοιπὸν ὁ Φαραὼ διέταξε νὰ σφαγοῦν τὰ νήπια τῶν Ἑβραίων, ἡ μητέρα τοῦ Μωϋσῆ ἔβαλε αὐτὸν μέσα σὲ ἕνα κιβώτιο καὶ τὸν ἄφησε στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Νείλου. Ἐκεῖ ὅμως, πήγαινε ἡ κόρη τοῦ Φαραὼ γιὰ νὰ λουστεῖ. Βρῆκε τὸν Μωϋσῆ, τὸν υἱοθέτησε καὶ τὸν μόρφωσε ἄριστα στὴν αἰγυπτιακὴ σοφία. Ἀλλ᾿ ὅταν ἦταν σαράντα χρόνων, σκότωσε κάποιο Αἰγύπτιο καὶ γιὰ νὰ μὴ ὑποστεῖ τὴν ὀργὴ τοῦ Φαραώ, κατέφυγε στὴ γῆ Μαδιὰμ ὅπου ἔγινε βοσκός. Ἐκεῖ παντρεύτηκε τὴν Σαπφώρα, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέκτησε δυὸ γιούς. Ὅταν βοσκοῦσε τὰ πρόβατα στὴ Χωρίθ, τὰ μάτια του εἶδαν πρωτοφανὲς θαῦμα, τὴν καιομένη ἀλλὰ μὴ φλεγόμενη βάτο καὶ ἄκουσε τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ τοῦ ἀνέθετε νὰ ἐλευθερώσει τοὺς Ἑβραίους ἀπὸ τὴν δουλεία τοῦ Φαραώ, πρᾶγμα ποὺ τελικὰ ἔκανε. Ἔβγαλε αὐτοὺς ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, μὲ τὸν τρόπο ποὺ γνωρίζουμε ἀπὸ τὰ κείμενανα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, (Ἔξοδος, Λευϊτικόν, Ἀριθμοί, Δευτερονόμιον) καὶ γιὰ σαράντα χρόνια ἦταν ἡγέτης τους στὴν περιπλάνησή τους μέσα στὴν ἔρημο. Τελικὰ ὁ Μωϋσῆς δὲν ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, παρὰ μόνο ἀπὸ μακριά, στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Νεβῶ, ὅπου πέθανε καὶ τάφηκε.


Ἡ Ἁγία Ἑρμιόνη κόρη τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου

Ἦταν μία ἀπὸ τὶς 4 κόρες τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὴ τὸ προφητικὸ χάρισμα (Πράξ. κα´ 8) καὶ ἀφοσιώθηκε στὸ ἀποστολικὸ ἔργο. Ὅταν πῆγε μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή της Εὐτυχίδα στὴν Ἔφεσο γιὰ νὰ συναντήσει τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, βρῆκε ἀντ᾿ αὐτοῦ, ποὺ εἶχε ἀποβιώσει, τὸν μαθητή του Πετρώνιο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διδάχτηκε καὶ στηρίχτηκε περισσότερο στὸ εὐαγγελικὸ ἔργο. Λέγεται μάλιστα, ὅτι κάποτε ἀπὸ τὴν Ἔφεσο πέρασε ὁ Τραϊανὸς γιὰ νὰ πάει νὰ πολεμήσει τοὺς Πέρσες, καὶ ἄκουσε πολλὰ γιὰ τὸ προφητικὸ χάρισμα τῆς Ἑρμιόνης. Τὴν κάλεσε λοιπὸν γιὰ νὰ προφητεύσει γι᾿ αὐτόν. Ἡ Ἑρμιόνη τοῦ εἶπε ὅτι θὰ νικήσει τοὺς Πέρσες, ἀλλὰ τὴν βασιλεία τῶν Ρωμαίων θὰ καταλάβει ὁ γαμπρός του Ἀδριανός, ποὺ πράγματι ἔγινε. Ἐπειδὴ ἡ προφητεία ἐπαληθεύτηκε, ὁ Τραϊανὸς διέταξε καὶ βασάνισαν σκληρὰ τὴν Ἑρμιόνη. Κατόπιν τὴν παρέδωσε στοὺς δήμιους γιὰ νὰ τὴν θανατώσουν, ἀλλ᾿ αὐτοὶ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἄφησαν ἐλεύθερη. Ἔτσι ἡ Ἑρμιόνη πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὴν Ἔφεσο.


Οἱ Ἅγιοι Θεότιμος (ἢ Τιμόθεος) καὶ Θεόδουλος

Ἦταν οἱ δήμιοι, ποὺ πίστεψαν στὸ Χριστὸ διὰ τῆς Ἁγίας Ἑρμιόνης. Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.


Ὁ Ἅγιος Πετρώνιος

Μᾶλλον εἶναι ὁ μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ποὺ συνάντησε ἡ Ἁγία Ἑρμιόνη στὴν Ἔφεσο, ὅταν πῆγε μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή της Εὐτυχίδα, καὶ τὴν ἑδραίωσε στὸ εὐαγγελικὸ ἔργο. Ὁ ἅγιος Πετρώνιος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.


Ἡ Ἁγία Χαριτίνη

Ἐπειδὴ ἡ μνήμη της φέρεται μαζὶ μὲ αὐτὴ τοῦ ἁγίου Πετρωνίου, τῆς ἁγίας Ἑρμιόνης καὶ τῆς Εὐτυχίδας, θυγατέρων τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου, ἴσως καὶ αὐτὴ νὰ μαρτύρησε κατὰ τὴν παρουσία τοῦ Τραϊανοῦ στὴν Ἔφεσο, ὅταν πήγαινε στὸν πόλεμο κατὰ τῶν Περσῶν. Ἴσως ὅμως νὰ εἶναι ἡ ἴδια μὲ αὐτὴ τῆς 5ης Ὀκτωβρίου.


Ὁ Ἅγιος Σάρβηλος (ἢ Ζάρβηλος)

Μαρτύρησε διὰ λιθοβολισμοῦ.


Οἱ Ἅγιοι Κεντυρίων, Θεόδωρος, Ἀμμιανός, Ἰουλιανὸς καὶ Ὠκεανός

Ἦταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Κανδαύλη καὶ συνελήφθηκαν ἐπὶ βασιλέως Μαξιμιανοῦ (288). Ἐπειδὴ ὅλοι ὁμολόγησαν μὲ θάρρος τὴν χριστιανική τους πίστη, τοὺς ἔκαψαν ζωντανοὺς καὶ ἔτσι πῆραν τὸ ἔνδοξο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.


Οἱ Ἅγιοι Θαλουὴλ καὶ Βεβαία

Ἦταν ἀδέλφια μεταξύ τους καὶ ἔζησαν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Ἀδριανοῦ (κατ᾿ ἄλλους τοῦ Τραϊανοῦ) τὸ 116 μ.Χ. Ὁ Θαθουὴλ ἦταν Ἱερέας τῆς δαιμονικῆς πλάνης καὶ διδάχτηκε τὸν χριστιανισμὸ ἀπὸ ἕναν ἐπίσκοπο. Ἐξαιτίας λοιπὸν αὐτῆς τῆς μεταστροφῆς του μαστιγώνεται σκληρὰ ἀπὸ τὸν τοπάρχη Αὔγαρο καὶ στὴ συνέχεια τοῦ βγάζουν τὰ μάτια. Ἔπειτα τὸν κρέμασαν ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι, τοῦ ἔγδαραν τὴν κοιλιὰ καὶ μὲ φωτιὰ ἔκαψαν τὶς πλευρές του. Τελικά, ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ καὶ τοὺς δυὸ ἀποκεφάλισαν. Ὁ Σ. Εὐστρατιάδης στὸ Ἁγιολόγιό του ἀναφέρει, ὅτι οἱ μάρτυρες αὐτοὶ ἦταν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα τῆς Συρίας καὶ ἔγιναν χριστιανοὶ ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Βάρσιππο (ἢ Βαρσιμαῖο).


Ὁ Ὅσιος Ἄνθιμος ὁ νέος ἀσκητὴς ἀπὸ τὴν Κεφαλονιά

Γεννήθηκε στὸ Ληξούρι τῆς Κεφαλονιᾶς τὸ 1727 καὶ πέθανε τὸ 1782 (κατ᾿ ἄλλους τὸ 1781). Ἑπτὰ μόλις χρονῶν ἔχασε τὸ φῶς του καὶ τὸ ξαναβρῆκε θαυματουργικά, χάρη στὶς προσευχὲς τῆς μητέρας του Ἀντζουλέττας. Ἀλλὰ ἐξ αἰτίας τῆς σκληρῆς μοναχικῆς του ζωῆς τὸ ξαναέχασε καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Παρὰ τὴν τύφλωσή του, ἀνέπτυξε σπουδαῖο κηρυκτικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ ἔργο καὶ μάλιστα ἔκτισε πολλὲς Μονὲς σὲ διάφορα μέρη. Φέρεται σὰν προστάτης τῆς Ἀστυπάλαιας καὶ ἐκδόθηκε Ἀκολουθία του τὸ 1911 ἀπὸ τὸν Ἐμμανουὴλ Καρασέλο. Ἐπίσης ἔκανε πολλὰ θαύματα καὶ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἁγιοποιήθηκε στὶς 30 Ἰουλίου 1974.


Οἱ Ἅγιοι 3608 (κατ᾿ ἄλλους 3628) Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴ Νικομήδεια

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Μαξιμιανοῦ στὴ Νικομήδεια (290), κατὰ τὸν ὁποῖο κάηκε καὶ ὁ χριστιανικὸς ναός, κατέφυγαν στὰ βουνά, ἀλλὰ συνελήφθησαν καὶ θανατώθηκαν ἀπάνθρωπα.


Εὕρεσις λειψάνου τοῦ νεομάρτυρος Θεοδώρου, τοῦ Μυτιληναίου (1967)